Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Συναξάριον τῆς 17ης Ἰανουαρίου


Ο Άγιος Αντώνιος ο Νέος, ο εκ Βεροίας

Ο Όσιος Αντώνιος καταγόταν από τη Βέροια της Μακεδονίας και έζησε στο τέλος του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα μ.Χ. Νέος ακόμη πήγε στην Μονή της Πιερίας, κοντά στην κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονα όπου έγινε μοναχός, τύπος και κανόνας σ’ όλη την αδελφότητα. Οι πνευματικοί του αγώνες κράτησαν εκεί 20 χρόνια.

Στη συνέχεια αποχώρησε από την μονή της μετανοίας του και με την άδεια του ηγουμένου εγκαταστάθηκε σε μια κοντινή σπηλιά. Εκεί ασκήτεψε για 50 χρόνια με αυστηρή προσευχή και άσκηση και κοιμήθηκε ειρηνικά, σε ηλικία 94 ετών. Το ιερό λείψανό του παρέμεινε άταφο και άφθαρτο για πολλές ημέρες, μέχρι που το βρήκαν κάποιοι κυνηγοί. Το περισυνέλεξαν και το έθαψαν με ευλάβεια και τιμές στη Βέροια, ενώ στον τόπο της ταφής του έκτισαν ναό στ’ όνομά του, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα.


***






Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην Άνω Αίγυπτο από πλούσιους και ενάρετους γονείς, τους οποίους έχασε σε νεαρή ηλικία. Συγκεντρώνει όμως την προσοχή του στην μυστική θεωρία των μοναχών της ερήμου και στην φροντίδα της μικρής αδελφής του. Γρήγορα αποφασίζει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αναχωρεί για την έρημο, αφού πρώτα τακτοποίησε την μικρότερη αδελφή του και μοίρασε την μεγάλη πατρική περιουσία στους φτωχούς της περιοχής του.

Στην έρημο παίδευσε την ψυχή του και τιθάσευσε τα πάθη του φθάνοντας στα ανώτατα όρια της άσκησης ώστε η ψυχή του αγίου μπορούσε να εξέρχεται του σώματός του ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή. Γίνεται το πρότυπο των ασκητών. Πολλοί εξ αυτών έφθαναν στην έρημο για να τον ακούσουν και να τον συμβουλευθούν. Παρέδωσε την μακάρια ψυχή του στον μισθαποδότη Θεό σε ηλικία 105 ετών.

Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που μόναζαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. 


***


Ο Άγιος Γεώργιος ο Νέος, ο εν Ιωαννίνοις 

Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1808 μ.Χ. στο χωριό Τζούρχλι (ή Τζούραλη) της επαρχίας Γρεβενών (σήμερα φέρει την ονομασία Άγιος Γεώργιος), από γονείς φτωχούς γεωργούς, τον Κωνσταντίνο και τη Βασίλω. Ο Γεώργιος, επειδή οι γονείς του ήταν φτωχοί, παρέμεινε αγράμματος. Ορφάνεψε σε παιδική ηλικία και πήγε στα Ιωάννινα, όπου έγινε Ιπποκόμος του Χατζή Αβδουλά, αξιωματικού του Ιμίν πασά, στον οποίο και παρέμεινε για οκτώ χρόνια.

Κατά τον Οκτώβριο του 1836 μ.Χ. συκοφαντήθηκε από εχθρούς του Τούρκους, ότι δήθεν, προηγουμένως εξισλαμίστηκε και κατόπιν επανήλθε στη χριστιανική θρησκεία. Μπροστά στον κριτή ο Γεώργιος απολογήθηκε με θάρρος και απέδειξε ότι ποτέ δεν έγινε αρνησίθρησκος. Έτσι, αφού βρέθηκε και απερίτμητος τον άφησαν ελεύθερο.

Αργότερα πήρε σύζυγο ονόματι Ελένη και στις 30 Δεκεμβρίου του 1837 μ.Χ. γεννήθηκε το παιδί τους, που 8 μέρες μετά, στις 7 Ιανουαρίου, εορτή του Προδρόμου, βαπτίστηκε και, λόγω της ημέρας, έλαβε το όνομα Ιωάννης.

Στην συνέχεια, ο Γεώργιος, προσλήφθηκε Ιπποκόμος του μουσελίμη Φιλιατών και πήγε στην πόλη αυτή. Κατόπιν με άδεια του αφέντη του, ήλθε στα Ιωάννινα για δικές του υποθέσεις, όπου την 12η Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ημέρα Τετάρτη, κάποιος Οθωμανός τον συκοφάντησε ότι δήθεν ήταν προηγουμένως Τούρκος και ξανάγινε χριστιανός. Έτσι συνελήφθη, φυλακίστηκε και με τη βία οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τον αλλαξοπιστήσουν. Ο Γεώργιος όμως, παρέμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας τον Χριστό. Μάταια λαός και κλήρος προσπαθούσαν να τον πείσουν να δραπετεύσει από τη φυλακή. Αυτός επέμενε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Τρεις φορές που οδηγήθηκε στον κριτή, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του.

Έτσι τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ο Γεώργιος απαγχονίστηκε στην αγορά. Τρεις ημέρες έμεινε κρεμασμένος στην αγχόνη και στο διάστημα αυτό κάθε βράδυ ένα ουράνιο φως έλαμπε στο κεφάλι του. Από την ώρα δε εκείνη ένας καταιγισμός θαυμάτων πλημμύρισε την πόλη. Πλήθος παραλύτων και πασχόντων από ποικίλες ασθένειες προστρέχοντας στον άγιο λάμβαναν τη θεραπεία τους. Ακόμη και «μια Τούρκα (Τουρκάλα) άρπαξε την κάλτσα από το πόδι του αγίου και έτρεξεν εις μίαν άρρωστη Τούρκα, ήτις εθεραπεύθη αμέσως». Γι’ αυτό και στις εικόνες ο άγιος εικονίζεται κρεμασμένος και φορώντας κάλτσα μόνο στο ένα πόδι, η πρώτη μάλιστα εικόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ημέρες μετά το μαρτύριό του. Έπειτα, το λείψανο του, δωρήθηκε από τον Μουσταφά πασά στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ και τάφηκε με τιμές δίπλα στο ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου.
Το 1971 έγινε η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, στο ναό που έφερε το όνομα του και κτίστηκε στον τόπο που πριν ήταν το σπίτι του. Ο Άγιος τιμάται και στην Κέρκυρα στην «Παναγία των ξένων», όπου εικονίζεται ως νεαρός φουστανελοφόρος.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Η ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ


Ἡ ὑπὸ τοῦ Σεβ. Ποιμενάρχου μας κ.κ. Παντελεήμονος καθιερωθεῖσα παράδοση, νὰ συνεορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ πολιούχου μας Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ Βεροιέως, μὲ τὴν  ἔλευση μιᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας μας, θὰ πραγματοποιηθῆ καὶ ἐφέτος, μὲ τὴν ὑποδοχὴ τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς «Παντανάσσης», ἐκ Ναούσης, τὴν Τετάρτην 16ην Ἰανουαρίου καὶ ὥρα 18:00 εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου Βεροίας. 
            Ἄς προσέλθουμε, διὰ νὰ λάβουμε τὴ χάρη της.

16 Ἰανουαρίου 2013: Προσκύνησις τῆς τιμίας ἁλυσεως τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου


Την ημέρα αυτή εορτάζουμε την προσκύνηση της τιμίας αλύσεως του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, με την οποία τον έδεσε και τον έριξε στην φυλακή ο τετράρχης Ηρώδης, σύμφωνα με την εξιστόρηση του Ευαγγελιστή Λουκά στις Πράξεις των Αποστόλων (12ο κεφάλαιο των Πράξεων).

Ο Ηρώδης έβαλε τους Ιουδαίους και συνέλαβαν τον Απόστολο Πέτρο κατά τις ημέρες της εορτής των αζύμων. Και όταν τον έπιασε, τον έβαλε στην φυλακή. Τη νύκτα, πριν την ημέρα κατά την οποία ο Ηρώδης έμελλε να τον παρουσιάσει στον λαό, ο Απόστολος Πέτρος κοιμόταν μεταξύ δύο στρατιωτών και φρουροί φύλαγαν μπροστά στο κελί του. Ξαφνικά ήλθε Άγγελος Κυρίου και έλαμψε φως στο κελί. Αφού κτύπησε την πλευρά του Πέτρου, τον ξύπνησε και του είπε: «Σήκω γρήγορα». Και έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του.

Κάποιοι Χριστιανοί ευσεβείς διαφύλαξαν αυτή την αλυσίδα διαδοχικά από γενεά σε γενεά, μέχρι που την μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και την εναπέθεσαν στο ναό του Αγίου Πέτρου, που βρίσκεται μέσα στη μεγάλη Εκκλησία, όπου ετελείτο και η Σύναξη του Αποστόλου.

Συναξάριον τῆς 15ης Ἰανουαρίου

Όσιος Ιωάννης ο Καλυβίτης

Έζησε στα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα (κατ' άλλους γεννήθηκε στην Κων/πολη στίς αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα) και ήταν γιος του Εύτροπίου, συγκλητικού στο αξίωμα, και της Θεοδώρας. ο Ιωάννης δεν θέλησε ν' ακολουθήσει το δρόμο των δύο μεγαλυτέρων αδελφών του, πού κατέλαβαν λαμπρά αξιώματα. Άλλα προτιμούσε να αφιερωθεί στην υπηρεσία της πίστης. Επειδή όμως οι γονείς του επέμεναν, έφυγε από το πατρικό του σπίτι και πήγε στην μονή των Ακοιμήτων όπου έγινε μοναχός. Αργότερα, όταν πληροφορήθηκε τη μεγάλη πίκρα της μητέρας του επειδή ο πατέρας του διήγε κοσμική ζωή, αποφάσισε με την συγκατάθεση του ηγουμένου της μονής να επιστρέψει στους γονείς του. Παρουσιάσθηκε στους γονείς του ως ένας άγνωστος μοναχός. Αυτοί δεν τον γνώρισαν. Άλλ' ήταν τόση μεγάλη ή ευγένεια της φυσιογνωμίας και των λόγων του, που τον παρακάλεσαν να έρχεται καθημερινά στο σπίτι. Δέχθηκε με τη συμφωνία να του κατασκευάσουν μια καλύβα στο βάθος του περιβολιού της πατρικής του οικίας. Εκεί ο Ιωάννης έστησε την κατοικία του, και μέσα σε τρία χρόνια κατάφερε, με τη χάρη του Θεού, να φέρει στο σωστό δρόμο τους γονείς του. Την ήμερα όμως πού αποκάλυψε πώς ήταν γιος τους, ο Θεός παρέλαβε τη μακάρια ψυχή του.



Όσιος Παύλος ο Θηβαίος

Ο ερημικός και ήουχος τόπος είναι από τους βασικούς παράγοντες ανάπτυξης της αυτοσυγκέντρωσης και προσευχής προς το Θεό. Αυτό φαίνεται καθαρά στη ζωή του Αγίου Παύλου του Θηβαίου. Άνηκε σε πλούσια οικογένεια της Κάτω Θηβαίδας της Αιγύπτου. Όταν ο Δέκιος (249-251) κήρυξε τον τρομερό διωγμό κατά των χριστιανών, ο Παύλος, μόλις 15 χρονών, χάνει τους γονείς του. Με εσωτερική παρακίνηση του Άγιου Πνεύματος (κατ' άλλους φοβούμενος μη παραδοθεί στους διώκτες των χριστιανών από τον έπ' αδελφή γαμπρό του, που του ζητούσε την περιουσία) φεύγει και ζητά καταφυγή σωτηρίας στην έρημο. Εκεί, μέσα στην ησυχία της φύσης, βρήκε καιρό για συστηματική μελέτη και προσευχή. Όταν πέρασε ο διωγμός του Δεκίου και επανήλθε η γαλήνη, ο Παύλος εξακολουθεί να μένει στην έρημο και, μάλιστα, αποφασίζει να μείνει μόνιμα. Τόσο δε ολοφάνερη είχε γίνει μέσα στην έρημο η πνευματική υπεροχή του και η ταπεινοφροσύνη του, ώστε, όπως κάποτε στον Κύριο μας, έρχονταν πλήθη λαού να Τον ακούσουν έτσι και στον Παύλο έρχονταν πολλοί αναχωρητές να τον ακούσουν και να τον συμβουλευθούν. Η φήμη του είχε φθάσει και στην ακοή του μεγάλου Αντωνίου, που κίνησε και τον συνάντησε μέσα σε ατμόσφαιρα ανέκφραστης χαράς. Οταν μετά από λίγους μήνες επανήλθε ο Άγιος Αντώνιος, βρήκε τον Όσιο Παύλο πεθαμένο, και δύο λιοντάρια έστεκαν κοντά στον τάφο του, τον όποιο είχαν σκάψει με τα νύχια τους. Ο μεγάλος ερημίτης ήταν τότε 113χρονών.


Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Συναξάριον τῆς 14ης Ἰανουαρίου


Οι Άγιοι Τριάντα Τρεις Πατέρες εν Ραϊθώ αναιρεθέντες

Δύο μέρες μακριά από το όρος Σινά, προς την Ερυθρά θάλασσα, ήταν η έρημος της Ραϊθού, στο εσωτερικό της οποίας ζούσαν χριστιανοί αναχωρητές. Ήταν δε συγκεντρωμένοι πάνω σ' ένα όρος. Αλλά την ίδια μέρα (κατ' άλλους την 22α Δεκεμβρίου), που έγινε η σφαγή των πατέρων στο όρος Σινά, οι βάρβαροι αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν και τους πατέρες που βρίσκονταν στην έρημο της Ραϊθού. Ο ηγούμενος της Μονής, Παύλος, ο οποίος θεωρείται ότι καταγόταν από την πόλη των Πατρών, μόλις είδε τον κίνδυνο, συγκέντρωσε τους αδελφούς όλους μέσα στο ναό και τους απηύθυνε λόγια γενναία και συγκινητικά. Τους θύμισε ότι σκοπός της ζωής τους είναι ο Χριστός και η Βασιλεία Του. Οτι γι' αύτήν ήταν όλες οι προσευχές, οι μελέτες, οι πόθοι και τα έργα τους. Και ότι τώρα τους παρουσιάζεται λαμπρότατη ευκαιρία ν' αποκτήσουν τα ωραιότερα στεφάνια, χύνοντας και αυτό το αίμα τους για τον μισθαποδότη Κύριο τους. Τους παρεκίνησε επίσης να ευχηθούν, ακόμα και γι αυτούς τους δυστυχισμένους που θα τους σκότωναν. Οι πατέρες συμφώνησαν με τα λόγια αυτά, και όλοι μαζί προσευχήθηκαν. Μόλις τελείωσαν την προσευχή τους, μπήκαν στο μοναστήρι οι βάρβαροι και έσπειραν παντού το θάνατο.
Τις σφαγές αυτές και τις αναιρέσεις διηγούνται ο μακάριος Νείλος ο Ασκητής, ο οποίος είχε διατελέσει έπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, ο Αμμώνιος μοναχός στη Διήγησή του, καθώς και ο Αναστάσιος μοναχός ο Σιναΐτης κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Αρχικά η μνήμη τους εορταζόταν στις 28 Δεκεμβρίου, επικράτησε όμως να εορτάζεται σήμερα.


Οι Άγιοι Τριάντα Οκτώ Πατέρες εν Σινά αναιρεθέντες

Οι Άγιοι αυτοί Πατέρες ζούσαν μέσα στις σπηλιές του όρους Σινά την αγία μοναχική ζωή (κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.). Αλλά η ευσεβής ζωή τους ταράζεται ξαφνικά μια μέρα, με τρόπο άγριο και αιματηρό. Στίφη βαρβάρων, που λυσσούσαν κατά της χριστιανικής πίστης, φάνηκαν στις κατοικίες των χριστιανών αναχωρητών. Στην εμφάνιση αυτή οι Άγιοι ταράζονται στην αρχή. Συνέρχονται, όμως, αμέσως και μπροστά στη σφαγή και το θάνατο δείχνουν θαυμαστή ανδρεία και αφοβία. Δεν αρνείται κανένας την πίστη του. Οι βάρβαροι τους σφάζουν μέσα στις καλύβες και τους κήπους τους και αυτοί πεθαίνουν προσευχόμενοι, ψάλλοντας ύμνους, δοξολογίες και ευχαριστίες στο θεό. Και όπως θα έλεγε ο θεοκίνητος Απ. Παύλος, «τον καλό αγώνα της πίστης αγωνίστηκαν, το δρόμο τους τελείωσαν και την πίστη τους μέχρι θανάτου έτήρησαν». Από τα φονικά σπαθιά διεσώθησαν δύο Άγιοι, ο Σάββας και ο Ησαΐας, οι οποίοι και έθαψαν τους φονευθέντες και διηγήθηκαν τα σχετικά με αυτούς. (Αρκετά από τα ονόματα των πιο πάνω Οσιομαρτύρων Πατέρων βλέπε και 4η Διακαινησίμου στο Συναξάρι του Πεντηκοσταρίου).


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἁγιόλεκτος τοῦ Λόγου χορεία, ἐν τῷ Σινᾷ καὶ Ραϊθῶ οἱ Ἀββάδες, ἀγγελικῶς ἠρίστευσαν ἀγώσιν ἱεροὶς ἰδρώσι γὰρ ἀσκήσεως, τῶν αἱμάτων τοὺς ὄμβρους, μυστικῶς κεράσαντες, χαρισμάτων κρατήρα, πνευματικῶς προτίθενται ἠμίν, ἐξ οὐ τρυφῶντες, αὐτοὺς μακαρίσωμεν.





Η Αγία Νίνα, η Ισαπόστολος

Η Αγία Νίνα (ή Νίνω) γεννήθηκε στην Καππαδοκία, όπου κατοικούσαν πολλοί Γεωργιανοί και φέρεται ως συγγενείς του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Ο πατέρας της, Ζαβουλών, ευσεβής και φημισμένος στρατιωτικός, πριν ακόμα νυμφευθεί, είχε φύγει από την πατρίδα του Καππαδοκία, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό. Η μητέρα της, Σωσάννα, ήταν αδελφή του Επισκόπου Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου. Ο πατέρας της, φλεγόμενος από αγάπη προς τον Θεό, έγινε, με την συγκατάθεση της συζύγου του, μοναχός στην έρημο του Ιορδάνη. Η μητέρα της Αγίας Νίνας τοποθετήθηκε ως διακόνισσα στο Ναό της Αναστάσεως. Την Αγία Νίνα την παρέδωσαν στην ευλαβέστατη Γερόντισσα Νιοφόρα, για να την αναθρέψει.

Όταν η Αγία Νίνα μελετούσε το Ευαγγέλιο και έφθασε στο κεφάλαιο που έγραφε για την σταύρωση του Κυρίου, ο λογισμός της σταμάτησε στον χιτώνα του Χριστού. Αναρωτήθηκε που αν βρίσκεται άραγε η επίγεια πορφύρα του Υιού του Θεού. Της είπαν, λοιπόν, ότι κατά την παράδοση, αυτή φυλασσόταν στην πόλη Μιτσχέτη της Ιβηρίας (Γεωργίας). Τη μετέφερε εκεί ο ραβίνος της πόλεως που ονομαζόταν Ελιόζ, ο οποίος την είχε παραλάβει από το στρατιώτη που την κέρδισε στην κλήρωση κάτω από τον Σταυρό. Τα λόγια αυτά χαράχτηκαν βαθιά στην καρδιά της. Και παρακάλεσε την Θεοτόκο να την αξιώσει να πάει στην Χώρα των Ιβήρων, για να προσκυνήσει τον χιτώνα του Υιού και Θεού της. Η Παναγία άκουσε την προσευχή της και εμφανίσθηκε στον ύπνο της Αγίας. Την προέτρεψε να πάει στην Ιβηρία να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού και της πρόσφερε ένα Σταυρό από κληματόβεργες, που θα ήταν η ασπίδα και ο φύλακάς της. Η Αγία ξύπνησε και είδε στα χέρια της το θαυμαστό Σταυρό. Τον ασπάσθηκε, έκοψε μια κοτσίδα από τα μαλλιά της, την έπλεξε στον Σταυρό και πήγε να συναντήσει αμέσως το θείο της Επίσκοπο Ιουβενάλιο. Εκείνος διέκρινε το θέλημα του Θεού και της έδωσε την ευχή του. Έτσι μετά από εντολή της Θεοτόκου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Γεωργία, περί τον 3ο Αιώνα μ.Χ. Η αποστολική της δράση και το χάρισμα της θαυματουργίας οδήγησαν τους βασιλείς της Γεωργίας Μιριάν (265-342 μ.Χ.) και Νάνα στην αλήθεια του Χριστού.


Η Αγία βρήκε τον τόπο, όπου είχε εναποτεθεί ο χιτώνας του Χριστού, στον κήπο των ανακτόρων και εκεί ανήγειρε το Ναό του Αγίου Στύλου.



Η Αγία Νίνα κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη και ο Θεός την δόξασε διατηρώντας το τίμιο λείψανό της άφθαρτο.

Ἀπολυτίκιον  
Ήχος πλ α' . Τον συνάναρχον λόγον
Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον' όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν' ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.




Όσιος Σάββας πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας και κτήτωρ Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου


Ο Όσιος Σάββας έζησε στα τέλη του 12ου αιώνα και στις αρχές του 13ου αιώνα μ.Χ. Ήταν δευτερότοκος γιος του ηγεμόνα της Σερβίας Στεφάνου Α' Νεμάνια (στις βυζαντινές πηγές αναφέρεται Νεεμάν) και της πριγκίπισσας Άννας. Το λαϊκό του όνομα ήταν Ρέσκο. Από μικρό παιδί είχε μεγάλη συμπάθεια στις χριστιανικές αρετές και σε ηλικία 17 χρονών πήγε στο Άγιο Όρος, όπου με συγκατάθεση του βασιλιά πατέρα του έγινε μοναχός στη Μονή Βατοπεδίου και μετονομάστηκε Σάββας. Αργότερα, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ήλθε εκεί και ο βασιλιάς πατέρας του, Συμεών. Το βασιλικό παράδειγμα ακολούθησαν και άλλοι Σέρβοι ιδιώτες. Έτσι, περί το 1195, κτίστηκε η Σέρβικη Μονή Χιλιανδαρίου, με πρωτοβουλία του οσίου Σάββα. Στην εποχή του βασιλιά Θεοδώρου Λασκάρεως, ο όσιος Σάββας εστάλη από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους στη Νίκαια για σπουδαίες υποθέσεις της. Τα προσωπικά όμως χαρίσματα του Όσιου έκαναν μεγάλη εντύπωση στον βασιλιά και τον Πατριάρχη, και τον ανάγκασαν να δεχτεί το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Σερβίας. Οι Σέρβοι τον υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά. Πράγματι ο όσιος Σάββας, εκτέλεσε τη διακονία του με θαυμαστό ζήλο. Υπήρξε ελεήμονας, αφιλοχρήματος και ανακούφιζε τους φτωχούς. Αργότερα ξαναπήγε στο Άγιο Όρος, από κει για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, και ξαναεπέστρεψε στη Σερβία για να στηρίξει την πίστη των ομοεθνών του. Ο Άγιος Σάββας, αφού εργάσθηκε κατά Θεόν, κοιμήθηκε με ειρήνη στο Τύρνοβο το έτος 1236. Το ιερό λείψανό του βρέθηκε άφθορο, αλλά κάηκε το έτος 1594 από τον Σινάν πασά στο Βελιγράδι.